υποσκιάζω

υποσκιάζω
ὑποσκιάζω ΝΑ
1. καθιστώ κάτι κάπως σκιερό
2. (αμτβ.) αρχίζω να γίνομαι σκιερός, να σκοτεινιάζω
αρχ.
μέσ. ὑποσκιάζομαι
σκιάζομαι από κάτω («τῇ συκῇ τοῡ πικροῡ βίου ὑποσκιάζεσθαι», Γρηγ. Νύσσ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)-* + σκιάζω «καλύπτω, σκοτεινιάζω» (< σκιά)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • υποσκιάζω — υποσκίασα, υποσκιάστηκα, υποσκιασμένος 1. μτβ., κάνω κάτι κάπως σκιερό, το συσκοτίζω ελαφρά: Ο φωτογράφος υποσκίασε τη φωτογραφία. 2. αμτβ., γίνομαι σκιερός, αρχίζω να σκοτεινιάζω: Με την έκλειψη του ήλιου υποσκιάζει η γη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑποσκιάζῃ — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres subj mp 2nd sg ὑποσκιάζω overshadow gradually pres ind mp 2nd sg ὑποσκιάζω overshadow gradually pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιαζόμενον — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part mp masc acc sg ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιαζούσης — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιαζόμενος — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζειν — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζεσθαι — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζεται — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζοντες — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζουσα — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”